ἀμφίπολος

ἀμφίπολος
Grammatical information: f. m.
Meaning: `servant, hand-maid' (Il.), also `priest(ess)' (Pi.).
Dialectal forms: Myc. apiqoro \/amphipolos\/.
Origin: IE [Indo-European] [00] *h₂mbʰi-kʷolos `servant'
Etymology: From *h₂mbi-kʷolo-, identical with Lat. anculus `servant'. Same formation in Skt. abhi-cara- (lex.); cf. Ved. pari-cará- `servant'. S. πέλομαι and βουκόλος. On the meaning Pax WuS 18, 1ff.
Page in Frisk: 1,99

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμφίπολος — ἀμφίπολος, ον (Α) 1. ο κινούμενος γύρω από κάποιον, ο απασχολημένος με κάτι, πολυάσχολος 2. πολυσύχναστος (τύμβος) 3. (το θηλυκό ως ουσιαστικό) ἡ ἀμφίπολος, ήδη στη Μυκηναϊκή α) υπηρέτρια, θαλαμηπόλος β) ιέρεια 4. (το αρσενικό ως ουσιαστικό) ὁ… …   Dictionary of Greek

  • ἀμφίπολος — busied about masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφίπολον — ἀμφίπολος busied about masc/fem acc sg ἀμφίπολος busied about neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλοιο — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλοις — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλοισι — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλοισιν — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλου — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλους — ἀμφίπολος busied about masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλων — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιπόλῳ — ἀμφίπολος busied about masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.